Here's the full translation with a complete word-by-word breakdown:
"Di fronte a un'emergenza educativa di tale portata, limitarsi a ribadire il divieto di uso dei telefonini in classe, come ha fatto il ministro, significa pretendere di spegnere un incendio con un bicchiere d'acqua."
Μετάφραση
"Μπροστά σε μια εκπαιδευτική κρίση τέτοιας έκτασης, να περιορίζεται κανείς στο να επαναλαμβάνει την απαγόρευση χρήσης των κινητών τηλεφώνων στην τάξη, όπως έκανε ο υπουργός, σημαίνει να προσποιείται κανείς ότι μπορεί να σβήσει μια φωτιά με ένα ποτήρι νερό."
Ανάλυση λέξη προς λέξη
Οι πρώτες λέξεις τις είδαμε ήδη, οπότε εστιάζουμε στο νέο τμήμα:
in classe = στην τάξη — classe = τάξη (σχολική)
come = όπως / καθώς
ha fatto = έκανε — fare (κάνω), παρακείμενος (passato prossimo), 3ο πρόσωπο ενικού
il ministro = ο υπουργός
significa = σημαίνει — ρήμα significare, ενεστώτας
pretendere = να προσποιείται / να ισχυρίζεται — εδώ με την έννοια «να νομίζει κανείς ότι μπορεί»
di spegnere = να σβήσει — απαρέμφατο του spegnere (σβήνω)
un incendio = μια φωτιά / πυρκαγιά — incendio = πυρκαγιά
con = με
un bicchiere = ένα ποτήρι — bicchiere = ποτήρι (προσοχή: στο πρωτότυπο γράφτηκε λανθασμένα «bichiere»)
d'acqua = νερού — di + acqua, αποστρόφος λόγω φωνήεντος· acqua = νερό
Η μεταφορά (metafora)
Η φράση «spegnere un incendio con un bicchiere d'acqua» είναι μια κλασική ιταλική έκφραση, ισοδύναμη με το ελληνικό «να σβήσεις φωτιά με ένα ποτήρι νερό». Εκφράζει ότι ένα μέτρο είναι παντελώς ανεπαρκές για το μέγεθος του προβλήματος. Ο συγγραφέας κριτικάρει έντονα τον υπουργό.
The main verb of the entire sentence is "significa" (= σημαίνει).
Γιατί;
The sentence has this backbone structure:
[Limitarsi a ribadire il divieto...] → soggetto (υποκείμενο)
[significa] → verbo principale (κύριο ρήμα)
[pretendere di spegnere un incendio con un bicchiere d'acqua] → complemento predicativo (κατηγορούμενο)
So the whole infinitive phrase "limitarsi a ribadire..." acts as the subject (υποκείμενο), and "significa" is the verb that holds the sentence together — like saying "doing X = means Y".
Τι γίνεται με τα άλλα ρήματα;
limitarsi — απαρέμφατο (infinito), μέρος του υποκειμένου
ribadire — απαρέμφατο, εξαρτάται από το limitarsi
ha fatto — ρήμα της παρενθετικής πρότασης (come ha fatto il ministro)
pretendere / spegnere — απαρέμφατα, μέρος του κατηγορουμένου
Μόνο το "significa" και το "ha fatto" είναι συζυγμένα ρήματα (verbi coniugati), αλλά κύριο ρήμα είναι αδιαμφισβήτητα το "significa".
Verbi coniugati (κλιμένα ρήματα) είναι τα ρήματα που έχουν πάρει συγκεκριμένη μορφή για να εκφράσουν πρόσωπο, αριθμό, χρόνο και έγκλιση.
Τι σημαίνει «coniugare»
Το coniugare σημαίνει να ενώνεις τη ρίζα (radice) του ρήματος με την κατάληξη (desinenza) που αντιστοιχεί στο πρόσωπο και τον χρόνο που θέλεις.
Παραδείγματα
| Forma | Tipo | Ελληνικά |
|---|---|---|
| significa | verbo coniugato (3ª persona, presente) | σημαίνει |
| ha fatto | verbo coniugato (3ª persona, passato prossimo) | έκανε |
| limitarsi | infinito — ΔΕΝ είναι coniugato | να περιορίζεται |
| spegnere | infinito — ΔΕΝ είναι coniugato | να σβήσει |
Απλά
Ένα ρήμα coniugato απαντά στις ερωτήσεις:
Ποιος; → πρόσωπο (io, tu, lui...)
Πότε; → χρόνος (presente, passato, futuro...)
Αντίθετα, το infinito (-are, -ere, -ire) είναι η λεξική μορφή του ρήματος — δεν έχει υποκείμενο, δεν έχει χρόνο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου